«Είμαστε πια πρωταθλητές…»
Η σκηνή ήταν έτοιμη και η ώρα για τον μεγάλο τελικό είχε έρθει. Απέναντι από την εθνική ομάδα, για δεύτερη φορά στη διοργάνωση, το απόλυτο φαβορί, η Σοβιετική Ένωση του “δάσκαλου” Αλεξάντερ Γκομέλσκι, χωρίς τον Σαμπόνις, αλλά με πόσους ακόμα: Βάλτερς, Μαρτσουλιόνις , Χομίτσιους , Τσατσένκο , Γιοβάισα , Βολκόφ και το υπόλοιπο ρόστερ φόβητρο, το οποίο φάνταζε το απόλυτο φαβορί.
Η Εθνική πάλεψε σε όλη την αναμέτρηση με θεούς και δαίμονες, ώστε να κρατηθεί κοντά στο σκορ. Στην πορεία, είδε και δύο μεγάλες απώλειες. Παναγιώτης Γιαννάκης και Παναγιώτης Φασούλας, θα μείνουν εκτός συνέχειας καθώς αποβάλλονται με πέντε φάουλ έκαστος, όμως οι λύσεις δεν στερεύουν και η λύτρωση έρχεται από τέσσερις βολες!
Με το παιχνίδι να βρίσκεται μία ανάσα πριν να χαθεί, ο Λιβέρης Ανδρίτσος θα κερδίσει το φάουλ και θα ισοφαρίσει το ματς σε 89-89, στέλνοντάς το στην παράταση. Εκεί, θα έχουμε πάλι δράμα, όμως αυτή τη φορά, είναι η ώρα του Αργύρη Καμπούρη να γράψει με χρυσά γράμματα το όνομά του στο πάνθεον του ελληνικού μπάσκετ. Ο “τίμιος γίγαντας” θα πάρει το ριμπάουντ με το παιχνίδι ισόπαλο στο 101-101 και θα κερδίσει φάουλ, στα 4 δευτερόλεπτα, με την… πρόκριση, όπως θα πει ο αείμνηστος Φίλιππος Συρίγος, μέσα στο άγχος του φινάλε, να βρίσκεται στα χέρια του. “Κρύο αίμα” από τον παίκτη του Ολυμπιακού, ο οποίος θα ευστοχήσει και στις δύο βολές και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. 103 – 101 και η μεγαλύτερη έκπληξη στο ευρωπαϊκό μπάσκετ ήταν γεγονός, καθώς η Ελλάδα βρέθηκε στην κορυφή της Ευρώπης!
ΕΛΛΑΔΑ (Κώστας Πολίτης): Γκάλης 40 (1), Γιαννάκης 10 (2), Καμπούρης 10, Χριστοδούλου 10 (2), Φασούλας 12, Ανδρίτσος 10, Ιωάννου 8 (1), Ρωμανίδης 3, Φιλίππου.
ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ (Αλεξάντερ Γκομέλσκι): Βάλτερς 23 (4), Μαρτσουλιόνις 16, Χομίτσιους 10, Τσατσένκο 14, Γιοβάισα 17 (4), Βολκόφ 4, Ταρακάνοφ 5, Γκομπόροφ 4, Τιχονένκο, Μπαμπένκο, Παγκράσκιν 8
Τι σημαίνει η κατάκτηση;
Αυτή η ερώτηση είναι απλή. Τα πάντα. Ακόμα και αν δεν κατακτούσε εκείνη τη διοργάνωση, η Ελλάδα ήταν σίγουρο πως δεν θα “έσβηνε” γρήγορα από τον μπασκετικό χάρτη. Οι παίκτες που συντελούσαν το ρόστερ εκείνο, ήταν παίκτες τεράστιου μεγέθους και κάποιοι από τους καλύτερους παίκτες που έχουν φορέσει ποτέ την “Γαλανόλευκη”. Η πρώτη ελληνική “ντριμ τιμ”, είχε παίκτες που σημάδεψαν το ελληνικό μπάσκετ: Γιαννάκης, Γκάλης, Φάνης, Φασούλας αποτελούσαν σημεία αναφοράς σε μία εποχή που λίγες χώρες είχαν “μαζεμένο” τοπ ταλέντο.
Όμως η κατάκτηση, ήταν και το έναυσμα για να “γεννηθεί” το ελληνικό μπάσκετ, ή αν θέλετε, γιατι με τον όρο “γέννηση” αποκλείεται και ό,τι είχε συμβει πριν από αυτό το γεγονός, να μεγάλωσει, να “ενηλικιωθεί”. Η γενιά του ’87 ήρθε και με το… ωστικό κύμα της κατάκτησής της, τροφοδοτήθηκαν με αθλητές οι επόμενες εξίσου λαμπρές γενιές παικτών της χώρας μας. Ανέβηκε κατακόρυφα, χάρη σε αυτή τη νίκη και τη δεύτερη θέση του 1989 η δημοφιλία του αθλήματος, το οποίο “κέρδισε” εμπορικά και ουσιαστικά, με μεγάλες μεταγραφές και νέους αστέρες.
Αν δεν υπήρχε το 1987, πιθανώς να μην υπήρχε το 2005 και το 2006, ίσως, να μην υπήρχαν ούτε οι συλλογικές επιτυχίες του Παναθηναϊκού, του Ολυμπιακού και των άλλων ελληνικών ομάδων στην Ευρώπη. Εκείνη η γενιά δεν θα χανόταν, όμως πριν από 34 χρονια, την 14η Ιουνίου του 1987, φρόντισε να δώσει στο ελληνικό μπάσκετ τη δυνατότητα να (ανα)γεννηθεί…
Πηγή: ekriti.gr