Παντού αντηχεί η λέξη ειρήνη ως έννοια κι ελπίδα, δακρύβρεχτα και δήθεν αψιμίθιαστα.
Από τη μια πλευρά οι ηγήτορες κόπτονται για την επικράτησή της, αλλά παράλληλα την ενισχύουν με όπλα, γιατί όπως αναφέρουν είναι ηθική υποχρέωση.
Όλοι νείρονται την ειρήνη, αλλά δεν θυμούνται ή μάλλον δεν είναι πρόθυμοι να θυμηθούν ότι το 2021 οι στρατιωτικές δαπάνες ξεπέρασαν τα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Η αύξηση ήταν προοδευτική τα τελευταία επτά χρόνια, φτάνοντας στο αποκορύφωμά της κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Ενώ ο κόσμος «γονάτιζε» από τα lockdowns, την ανέχεια και πολλοί πέθαιναν, επειδή δεν υπήρχαν κρεβάτια στα νοσοκομεία, ήταν προφανώς δρομολογημένο να αυξάνονται οι στρατιωτικές δαπάνες.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έδωσε νέα ώθηση στην αγορά και την παραγωγή όπλων, αλλά «η ειρήνη παραμένει προτεραιότητά μας».
Συνέχεια, επαναλαμβανόμενες ασυνέπειες και εξίσου βαθιές αντιφάσεις εκδηλώνονται στα λόγια των ηγετών και του τύπου, που έχουν την ευχέρεια να εννοούν και σε λίγες ώρες να αναιρούν τα πάντα.
Ακόμα και ο λόγος των λεγόμενων ειδικών των αριθμών που θα έπρεπε να είναι αυθεντικός, δεν είναι πλέον πολύτιμος, είναι κενός, τυχαίος μοιάζοντας με φλυαρία· μια βραχυπρόθεσμη άκαιρη ροή, όπως τα σχιζοφρενικά tweets των αρχηγών κρατών.
Εν κατακλείδι, όλοι κυνηγούν τα fake news και τις θεωρίες συνωμοσίας. Είναι σύμπτωση ή τελικά μία άλλη πραγματικότητα ριζωμένη στην επικρατούσα αίσθηση δυσπιστίας στους θεσμούς, στον τύπο, στις ίδιες τις κυβερνήσεις, που έχασαν την αξιοπιστία τους; Η αλήθεια και τα ψέματα, οι υποθέσεις και οι βεβαιότητες μπερδεύονται χωρίς να μπορούν να διαχωριστούν μεταξύ τους.
Τόσα λόγια γράφτηκαν τελικά, για να εξηγηθεί η ρήση: « Στο τέλος ότι σπέρνεις θερίζεις».